«ΕΡΗΜΗΝ»
Ερήμην
Νιώθω
καιρό μες στ’ όνειρο πως σε κρατώ· πως χάνω.
Σε
κάθε σφιχταγκάλιασμα, στα χάη να μου σκορπάς.
Να ‘ταν ανθός το στόμα μου μ’ ένα φιλί να ράνω
κι
εσύ με πάθος, τρυφερά στη γης να το μαδάς.
Ας
ήταν, μέσα στ’ όνειρο ν’ ανταμωθούνε πάλι,
τα
ώρια κορμιά, που σμίλεψαν του φεγγαριού οι Σκιές.
Κύμα
να κάμει η θάλασσα κι όπου ο καιρός τα βγάλει.
Βράχια
να γίνουν, θραύσματα σε απότομες πλαγιές.
Χώμα
με χλόη κι έπειτα στρατί να το διαβαίνουν.
Σκοτάδι! Σαν της άβυσσος για τις φαιδρές ψυχές.
Σκόνη
κι αιθάλη αχνόφωτη που τ’ άνθη θα μαραίνουν.
Πλάσματα
νύχτια κι άνεμοι, πολέμων οι ιαχές.
Άλλο
δεν ήθελα για με, παρά μονάχα εσένα.
Παρά
μονάχα δίπλα σου μ’ αγάπη να κρατάς.
Όμως...
εσένα πλάνεψαν τα εφήμερα, τα ξένα...
Γι’ αυτό, θηλιά κι απόγινα στοιχειό· να αποζητάς.
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου
Painting by
June Stratton



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου