«ΑΒΥΣΣΟΣ»
Άβυσσος
Όσο την αντικρίζεις, τόσο σε
τυφλώνει
Κανείς δεν αρνήθηκε το κάλεσμά της
Παράξενος ο ουρανός της
Σκοτεινός σαν δαίμονας
Σαν αστρόφωτο αγνός
Η γη της διάσπαρτη από σχισμές
Αθάνατη. Πανίσχυρη. Τρομερή.
Αχόρταγα πνίγει μέσα της
Κάθε επιθυμία. Κάθε φιλοδοξία. Κάθε
εμμονή.
Δυναμώνει από την αδυναμία μας
Δεν νοιάζεται αν την κοιτάς
Αν έχεις μάτια κλειστά
Ο ζοφερός ψίθυρός της
Γκρεμούς και ρωγμές ψυχής σαρώνει
Η φλογερή γλώσσα της
Αναρίθμητους δράκους γεννά
Χρόνος περνάει. Χρόνος έρχεται.
Νύχτα φεύγει. Μέρα ξημερώνει.
Η απειλή της ποτέ δεν σταματά
Τη βεβηλώνεις. Βεβηλώνεσαι.
Η μαύρη πύλη της δεν σφραγίζει
Μήτε με αρχαίες μαγγανείες
Πόσο να αντέξει; Πώς να σωθεί;
Η σάρκα. Το μυαλό. Η ψυχή.
Από όνειρα φαρμακωμένα
Από στριγκλιές που γδέρνουν σαν κιμωλίες
Από εφιάλτες παραλυτικούς
Άβυσσος…
Ατραπός της Κόλασης
Χώρα του Ερημίτη
Σίβυλλα του Αμίλητου
Παραπλάνηση της Μοναξιάς
Ω, Θεοί…
Ποια τρέλα με οδήγησε εδώ
Όπου ακόμη και το φως του Ήλιου
Αρνείται να φανεί…
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου
Painting by
Johanne Cullen



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου