«ΔΙΤΤΟ»
Διττό
Ω!
ήρθε πάλι η άνοιξη κι όλα στη φύση ανθίζουν.
Ψιλή
βροχή ποτιστική που πάει και προσπερνά.
Τα
όμβρια νερά κατάβαθα ραντίζουν και δροσίζουν
όσες
πληγές του θυμικού μου ο νους δεν κυβερνά.
Στης σιγαλιάς τ' απόκρημνα τα
σπάταλα σκοτάδια,
κι εκεί, οι σκιές της ζήσης μου που
δεν θα ξαναδώ.
Θα αφανιστώ δίχως να πω για τ'
άπειρα σημάδια,
που έρπουν σα φίδια μέσα μου και φέρουνε
ως εδώ:
(Την
άνοιξη αυτή, τελευταίο οχυρό το μυαλό μου.
Μου
έδωσε άπειρες προς χρήση λέξεις
για
αγγέλους και δαίμονες.
Βυθίστηκα
στο μεθυστικό σκοτάδι,
εκεί
που από χώμα πλάστηκα κι εκεί θα καταλήξω.
Μες
σε αυτό το ταξίδι, φύλακας άγγελος μου,
δεσμός
ισόβιος, η ψυχή.
Η
πίστη μπορεί να δέσει μια καρδιά,
μα
είναι πολύ λεπτό το νήμα της
για
να κρεμάσει της μοίρας τα γενόμενα.
Ποιος
τραβάει τις κουρτίνες;
Ποιος
μας οδηγεί στην τρέλα;
Ποιος
μισάνθρωπος νους
αποζητά
το τέλος μας!;
Πώς
να αντισταθείς στη φωτιά,
πώς
να νικήσεις την πέτρα,
πόσο
να σκάψεις ως εκεί που δεν αντέχεις!!!
Δεν
έχεις παρά να αγκαλιάσεις την αλήθεια,
σάρκα,
αίμα και οστά είμαστε,
και
κάποια μέρα... όλα μας θ' αναλωθούν,
θα
γίνουν στάχτη και έρεβος...
Όταν
έρθει η ώρα σου,
πώς
να ξεγελάσεις τον Θάνατο;)
Τώρα...
που ήρθε η άνοιξη και η γης ολούθε ανθίζει,
που
τα πουλιά δεν λάλησαν μ' αυτήν την συμφορά...
Τρένο
η χαρά μου πάρθηκε στο μνήμα που με ορίζει,
που
μου χαλάει τα μέσα μου κι ο νους δεν το χωρά.
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου
Painting by Aga
Osak



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου