«ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ»
Δέηση
στην Παναγιά
Μόνο
οι καμπάνες του χωριού και μόνον οι καρδιές μας
χτυπούσαν,
σαν ολόλυζε της δόξας τούτη η μέρα.
Στα
παλικάρια δίναμε τις πιότερες ευχές μας·
να
μη λυγίσουνε, σαν δουν τη γη, την ημετέρα.
Οι
Ήρωες, τη λευτεριά την έκαναν παντιέρα
και
παρευθύς ξαμόλησαν την Πόλη για να πάρουν.
Την
Παναγιά τη Σουμελά, την πιο παλαιοτέρα
στο
μοναστήρι να την πάν’ κι εκεί να την τρατάρουν
της
Αλεξάνδρειας το κρασί, το διαλεχτό το Νάμα
και
τ’ άλλα, τ’ Άγια τα σεπτά, ξανά να τα δοξάσουν
ώστε,
σαν έρθει ο Βασιλιάς, να κάμει τ’ ώριο θάμα...
μην
είναι άλλο, οι βάρβαροι να τα παραχαράσσουν.
Μόνο
οι καμπάνες του χωριού χτυπούν, κι αναριγούνε
μύριες
καρδιές, λες κι ήτανε σαν αύριο τούτη η μέρα.
Μύριες
ψυχές, λατρευτικά στην Παναγιά μιλούνε,
δεητικά
ζητώντας της, του Πόντου, Εσύ, Μητέρα.
«Ασίν
το θάμαν Σου ν’ εφτάς κ’ ευχέθα μόν την στράταν
πού
τα καμένα ολόγερά ‘ς τ’ αρχοντομοναστήρια,
τ’ άγρεν να ιδείς ψηλά ‘ς σα πού τ’ απάτητα τα σπέλα.
Να,
ιδές πόθεν ξερίζωσε της Τραπεζούς ο κλέπτης».
©Λεμονιά
Γεμουρτζίδου



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου