«ΚΟΚΚΙΝΟ»
Κόκκινο
Όσιο, ζοφερό, ανόσιο
ξεπηδά από σάρκινες αποθυμιές
από καρδιάς αναμετρήσεις ξεσπαθώνει
απλώνει σαν νωπή κηλίδα
σαν τρεμάμενη χαρακιά ρέει
σε ρούγες αγρύπνιας σκοτεινές
σε λησμονημένες παλάμης γραμμές
σε βαθιές επώνυμες γρατσουνιές
έχει μνήμη, άμυνες, ρήτρα
ποθεί, αγαπά, μισεί
αίμα ολοζώντανο είναι
φορές στον γύρο του κορμιού
από κόκκινο σε μαύρο αλλάζει
αποτρελαίνεται...
…εκδικιέται.
©Λεμονιά
Γεμουρτζίδου



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου