«ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ»

Εκεί που ο Θάνατος
 
Ένας λυγμός, αποκομμένου ανθού απ’ τ αχείλι σου 
κι απ’ τον γκρεμνό ως το χείλος της αβύσσου
μόνον εσύ! Τ’ άγρια σκοτάδια μέσα φώτιζες
σαν απ’ το Φως του αχράντου παραδείσου.
 
Κι έπειτα, χάθηκες στο Φως και η χαρά σβήστηκε 
στα ερμητικά σκιερά λαγούμια του Θανάτου, 
όπου η ζωή, μένος που αθροίστηκε λες κι έρημος, 
με τις ψυχές πέρα να σύρουν στα έγκατά του.
 
- Το δεδικαίωται της σιωπής υμνείται με άφεση,
μιας και ο νεκρός δεν μέλλει να αμαρτήσει, 
στερνή μόνο της ζήσης του η παράθεση, 
αυτή, που αρκεί η θανή του για ν’ αγνίσει.
 
Και κλάψαμε! Με θλίψη στις καρδιές μας άπειρη 
προς τον νεκρό σου, μ’ έναν στίχο του θανάτου·
«στο ύστατο, εξόδιο Χαίρε το άγος πρόδηλο!»
Μ’ επτά στεφάνια, κάποιον μήνα, ενός Σαββάτου. 
 
 ©Λεμονιά Γεμουρτζίδου
 
Ζωγράφος Εύα Πελεκίδου 



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις