«ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΠΤΑ»
Πενήντα επτά
Πού της αβύσσου τα σκιερά,
τ’ αποσπερνά νερά της;
Πού σβει το βλέμμα, δείξτε μου
στ’ απόσκιο αυτό να στρέξω
Ν’ αφουγκραστώ πώς η σιωπή!
Πού τα σκουτιά τα σκούρα,
κεντάει ο μαύρος Χάροντας,
γαμήλια για να ντύσει.
Δείξτε μου πού νυμφεύονται
και πώς τ' άγαμα νοιώθουν,
μες σε κλαυθμούς μήπως, γοερούς,
πού τ' άπατα τα χάη,
που ούτε στοργή, που ούτε χαρά
στ' ανήλιαγα βασίλεια:
Εκεί! Που σβει το βλέμμα των,
πώς ήθελα, μην ήταν...
Α! της αβύσσου τα σκιερά,
της άρχουσας της τάξης,
τα βδελυρά, δεν γνοιάστηκαν
Τις νιες και τους λεβέντες...
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου
Ζωγράφος Γιάννης Νίκου



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου