«ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ»

Της Αθηνάς  
 
Ποιος, άραγε, θ’ απάνταγε στη στεναχώρια που έχω;
Της χήρας ο λεβεντονιός της Μέλπως, το ζαρκάδι 
ρίχτηκε μια, τ’ απόκρημνο ν’ αναμετρήσει το ύψος 
κείνο του Βέρμιου, το βαθύ, το ατέλειωτα περίσσιο,
για εκείνη τη ζαλιστική την κορασιά του κάμπου
την Αθηνά, την εύμορφη τη θυγατέρα, την ώρια.
 
Ωιμέ! Τι μες στο σούρουπο να σκέφτονταν το δόλιο;
Στ’ απόταχο, που κούρνιαζαν στα δάση μες, τ’ αγρίμια.
Το παλικάρι το λαμπρό με την περίσσια ρώμη, 
απ’ έρωτα χανότανε δίχως καμιάν ελπίδα. 
Άλλοτε πια ν’ αγαπηθεί, τέκνα να σπείρει κι όσα 
θέλαν του οι Μοίρες, να χαρεί. Τι ζήλεψέ του ο Χάρος 
 
και μια σταλιά δεν ντράπηκε μεμιάς να το γυρίσει
στη μάνα, που το δάκρυσε και το χε της καμάρι
κι ολημερίς το θώπευε και τάγιζε με αγάπη, 
παρακαλώντας μην ποτέ κακοτυχιά του μέλει 
και περιπέσει ο ακριβονιός· κακή στιγμή, μα εγίνη. 
-Α! Διακονιάρη Χάροντα που δεν νογάς αγάπη! 
 
Τώρα, ταγνάντια πιο σκιερά για φίλους και γι’ αδέρφια.
Κι αν δεν ο Χάρος δάκρυσε... η μάνα του βογκώντας
πάνω απ’ το μνήμα του πενθεί και με λυγμούς του λέγει, 
πως μάραναν τ’ αμάραντα και ξέραναν οι κοίτες
κι ό,τι εδώ πέρα αγάπησε βαθύσκιωτα έχουν γίνει. 
Με αγάπη - λέει - κι απαντοχή, κει δα θ’ ανταμωθούνε.
 
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις