«ΟΥΚΡΑΝΙΑ»
Ουκρανία
Ήθελ’ ανθός της Άνοιξης, σε απόλεμο
έναν τόπο.
Ήθελα να μη γνώριζα, τι ψέγει η
απανθρωπιά.
Τον λογοκόπο ψίθυρο με βλέμμα παντί
τρόπω·
ήθελα, εκεί που χαίρεται η ζωή, με
ανασαιμιά.
Κι ήθελα θύσανος βαθύς κει που ξεσπά
ηλιαχτίδα!
Πού ρεύει τ’ άρωμα στη γης ο πι’ όμορφος ανθός.
Παρηγοριά τι σκέφτηκα που δε νογά η
γραφίδα.
Που δε νογάει το πέλαγος, τι αξία έχει
ο γιαλός.
Μιας ζωγραφιάς το σύννεφο σε πέλαγο του
νόστου.
Βαρκούλα, δίχως άρμπουρο που κίνησε
μεμιάς.
Στ’ άπειρα πέρα σύμπαντα η ναυαγός του
αγνώστου.
Μελάνι εγώ, που γνοιάστηκε χαρτί, της
ερημιάς.
Κι ο Έρωτας, που μας ζητάει πριν να
χαράξει η μέρα.
Σαν η ψυχή μας, να ‘τανε νταντέλα - ο
σκοτωμός!
Μαύρο πανί, τι ζήλεψες και τ’ άδραξε ο
αέρας;
Άνθρωπε, δίχως άνθρωπο, τι μέλει ο
ανθρωπισμός;
©Λεμονιά
Γεμουρτζίδου
Photo by Laura Sheridan



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου