«ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΜΈΔΟΥΣΑΣ»
Το βλέμμα της Μέδουσας
Μες στην πέτρινη, σκοτεινή της σπηλιά,
εκεί που τα φίδια συρίζουν στα μαλλιά της,
σαν κρύφιοι ψίθυροι αλλόκοτοι,
περιμένει η καταραμένη κόρη,
έναν ανέστιο οδίτη ανενθύμητο.
Το βήμα του, αβέβαιο
μες στο παγωμένο σκοτάδι,
καθώς φρικαλέα η μοναξιά ριγεί.
Ανερμάτιστο δέος τον καταβάλει
κάτω από την έναστρη νύχτα·
αμείλικτα μυρμηγκιάζει βίαια το κορμί.
«Κοίταξέ με», ψελλίζει η ανάγκη της
μες στα χαώδη πετρωμένα ερέβη.
«Άγγιξέ με», «για να σβήσει η φωτιά
της ακατάλυτης καταδίκης μου».
Διεγερμένος, σαν λάτρης ερωμένος,
με μάτια ορθάνοιχτα την πλησιάζει.
Να σβήσει η κάψα,
να ξεδιψάσει στο φίλημά της,
να μερέψει η σάρκα,
να γευτεί την πιο άγρια ηδονή.
Ωιμέ! Μόλις καρφώθηκαν οι ματιές τους,
παγώνει η ζεστή του ανασαιμιά.
Το ιδρωμένο σώμα του,
μεταμορφώνεται σε άγαλμα μολυβί.
Στάθηκε ο
χρόνος πριν το τολμηρό φιλί,
η ωμότητα κατάπιε τη ζωή.
Ορθώνονται οι πέτρινοι μάρτυρες
της άτεγκτης ομορφιάς της.
Θύμα κι αυτός μιας λαχτάρας,
ενός αγωνιώδους σπαραγμού,
μιας σταματημένης ανάσας,
που σφραγίστηκε παντοτινά
στο ασάλευτο των νεκρών λάινο ρηγάτο,
μιας πάμφτωχης άνασσας δέσμιας
στη λύσσα για ένα σφιχταγκάλιασμα,
όπου η λαγνεία συναντά τον τρόμο.
'Ενα βλέμμα αρκεί
…ο Θάνατος δεν αργεί.
©Λεμονιά
Γεμουρτζίδου



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου