«ΚΟΡΑΚΩΝ ΓΗΤΕΥΤΡΑ»
Κοράκων γητεύτρα
Στο μεταίχμιο του λυκόφωτος, εκεί όπου η γη αρνείται το άκτιστο φως και υποτάσσεται στην κυριαρχία του αδόμητου ζόφου, υψώνεται η σιωπηλή της επικράτεια. Είναι η αφέντισσα των κοράκων. Μία φιγούρα παράξενη, λαξευμένη από τη διαχρονική ουσία της νυκτός, ντυμένη με έναν πέπλο από μετάξι και αιθάλη. Δεν ορίζει επίγεια βασίλεια, ούτε ζητά τη δουλικότητα των θνητών. Το πρωτογενές σκήπτρο της, η απόλυτη γνώση της φθοράς.
Ο ουρανός βαραίνει από το μαύρο των φτερών· εκείνη τα καλεί με έναν υπόκωφο, αρχέγονο ψίθυρο που δονεί τις χορδές της σιγαλιάς. Εκατοντάδες κρώζοντα τοτέμ, οι αγγελιοφόροι του κάτω κόσμου, στροβιλίζονται γύρω της σε έναν τελετουργικό χορό υποταγής.
Τα αμαυρά πουλιά δεν είναι οι απλοί της ακόλουθοι, αλλά οι ζωντανές προεκτάσεις της αφανέρωτής της διάνοιας. Στο ερεβώδες τους φτέρωμα, που ιριδίζει σαν ασβόλη υγρή στο αμυδρό των αστεριών φως, είναι εγγεγραμμένη η ιστορία του κόσμοι. Αυτοί οι φτερωτοί φρουροί δεν κρατούν μυστικά με τη λογική των ανθρώπων· τα κουβαλούν στο βλέμμα τους, που μοιάζει στάσιμη λίμνη, σαν από λιωμένο οψιδιανό.
Όταν η σιωπή βαραίνει, οι μελανοί προστάτες ακουμπούν στους ώμους της, σαν επώμια ζωντανά· της εμπιστεύονται τα ενδόμυχα των χαμένων ψυχών και των ξεχασμένων μύθων τα πλουτώνια. Πλησιάζουν το πρόσωπό της και με ένα απλό, μυσταγωγικό ράμφισμα στον λοβό του αφτιού της, της μεταγγίζουν τις κρυφές αλήθειες που μάζεψαν από τα πέρατα της οικουμένης.
Κάθε πετάρισμά τους, ένας κραδασμός της μοίρας. Κάθε βλέμμα τους, μία ψηφίδα από το αιώνιο κνέφας. Ξέρουν ποιος έκλαψε τη νύχτα κρυφά, ποιο βασίλειο πρόκειται αν σαπίσει από την προδοσία, που είναι θαμμένα τα οστά των αστοχισμένων ποιητών. Είναι οι θυρωροί της μνήμης, οι μόνοι ικανοί που μπορούν να διαβάσουν τα σβησμένα ίχνη στη χώρα της λησμοσύνης.
Κάθε κρώξιμό τους, ένας κρυπτογραφημένος κώδικας, μία δόνηση που μόνο η ψυχή της μπορεί να ερμηνεύσει. Αν κάποιος θνητός επιχειρήσει να κλέψει τη μάθησή της, τα ιερά πουλιά την κυκλώνουν απλώνοντας τα κατάμαυρα φτερά τους και σχηματίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος· γίνονται μία λαμπερή, σκοταδερή ασπίδα. Προφυλάσσουν τη γητεύτρα τους από την ιεροσυλία του κόσμου. Κρατούν ασφαλές το αινιγματικό της απόκρυφο· ότι η δύναμή της δεν πηγάζει από το μίσος, αλλά από μια απέραντη συμπαντική κατανόηση του πόνου. Οι φτερωτοί συνοδοί της, είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες ετούτης της θεάρεστης μοναξιάς, οι επιβλητικοί φύλακες των ανείπωτων μυστικών.
Η μελαγχολία της, το λίκνο της δύναμής της. Γνωρίζει πως η μυστηριώδης ομορφιάς δεν αναβλύζει από την εφήμερη λάμψη της ημέρας, αλλά από την αδιαπέραστη γαλήνη του σκότους. Είναι η κηδεμών των πληγωμένων, των ερειπίων η κυρίαρχος.
Όταν ο κόσμος των ανθρώπων καταρρέει από την απονιά, τις ψευδαισθήσεις, το ψέμα η μαγεύτρα υψώνει τα χέρια στο στερέωμα. Ένα και μόνο πρόσταγμά της αρκεί, για να δώσει το σύνθημα για την τελική κάθαρση· μεμιάς οι φτεροείς υπερασπιστές της, ξεχύνονται στον αέρα σκεπάζοντας το δυσμικό σύνορο του ορίζοντα. Εκείνη, σε τούτη την εκρηκτική νυκτωδία, στέκει ολόρθη, μεγαλοπρεπής· η μόνη έμβιος αλήθεια ανάμεσα στις σκιές του χρόνου.
Με λευκά φτερά
...ποτέ ξανά.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου