«ΜΗΔΕΙΑ»
Μήδεια
Η
Δρακοκαβαλάρισσα
Άπλωσε
τον ίσκιο της
Σε σπίτι
γονικό
Έρμαια
στα μάγια της
Ιερόσυλη
ψυχή
Ακόνισε
τα νύχια της
Ανήλεα τα
έμπηξε βαθιά
Σε σάρκα από
τη σάρκα της
Αίμα από
το αίμα της
Να ρουφήξει,
να γευτεί
Μητέρα
Τέρας
Με
συντροφιά κοράκια και τσακάλια
Στα
χωράφια του διαβόλου τριγυρνά
Κρατά
σκουριασμένα κλειδιά
Γυρεύει
μυστικές κλειδωνιές
Βαρύ άρωμα, ασήκωτο
Του
λιβανιού το μύρο
Στα
κενοτάφια των παιδιών της
Και οι βασανισμένες
ψυχές τους
Ακόμη σπαρταρούν
Στο
ενδιάμεσο Γης και Ουρανού
Γιατί δεν
μπορούν να βρουν
Τον δρόμο
του αναπαμού
Παραπόρτια
σφαλιστά
Παραθύρια
μανταλωμένα
Χείλη
σφραγισμένα
Ασάλευτη
η νυχτιά
Δακρυσμένα
τα αστέρια
Μισέρημος
η πλάση
Τροπαιούχος
ο Χάρος προελαύνει
Στα Άδυτα
του Άδη
Στου
δράκου τη σπηλιά
Η Μήδεια
χαμογελά…
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου
Ζωγράφος
Εύα Πελεκίδου



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου