«ΝΕΡΕΝΙΟ ΟΝΕΙΡΑΤΟ»

Νερένιο ονείρατο
 
Μία μοναχική σταγόνα νερού, μία πενιχρή σταλαγματιά, ξεκινά το ταξίδι της από την αιχμηρή, φλεγόμενη ακμή μιας πυραμίδας της Αιγύπτου.
Στο διάφανο, υγρό της σώμα κρύβει ένα άπιαστο όνειρο, μία φευγαλέα χίμαιρα, που δεν τόλμησε να συλλάβει κανενός θνητού ο νους.
Ισορροπώντας σε μια αόρατη χρυσοκλωστή, υφασμένη από το λιόφωτο της ερήμου, κυλά η ρανίς αυθάδικα, αφήνοντας ξοπίσω της το παράπονο των αιώνων, το μαύρο του θανάτου,  των έκπτωτων το παραμιλητό, τον εφιάλτη της απομόνωσης.  
Δραπετεύει από τους τάφους των Φαραώ και ρίχνεται στην απεραντοσύνη. Αψηφά την κάψα του νότου, τον πανικό της αστροφεγγιάς, της νυχτιάς το άπειρο, το ούρλιαγμα της καταιγίδας. Ποθεί εντός της να κρατήσει το ανυπότακτο του φεγγαριού, της φωτιάς το μίλημα, το λάβωμα του ήλιου, της γης το άδικο· να διαβεί πελάγη, ανήμερους να νικήσει ανέμους, να φτάσει εκεί όπου ο ορίζοντας αγγίζει το στερέωμα. 
Προορισμός της· η νεφελοσκέπαστη κορφή του Ολύμπου.
Σε αυτό το επιτακτικό ταξίδι ύπαρξης, την ακολουθεί μία επιτακτική σιωπή, ένα αποκύημα αναφιλητού, μία σκιά καιόμενη. Χωρίς αρχή, χωρίς μέτρημα, χωρίς τέλος, δεμένη η στάλα με το ονείρατο, δονείται από πάθος. Προσπερνά παραλήψεις, μοιράσματα, απουσίες. Συλλέγει στιγμές, λεπτά, ώρες. Κάθε της τσούλημα μία τελετουργία γέννησης και φθοράς, ένας ίλιγγος ανάμεσα στην εξάχνωση και στη σωτηρία. Πασχίζει να κρατήσεις ακέραιο το μυστικό της, να μην το θηλάσει το άνυδρο χώμα, να μην τη διαγράψει ο χρόνος.
Ανήσυχη, αλύτρωτη στο χρυσόνημα με τους μικρούς χαμούς στου βίου την αλφάβητο και στην αταξία της αβεβαιότητα με τις μεγάλες παλίρροιες, άπαρτη, σαν ακρόπολη, καταφέρνει, ύστερα από μία απίστευτη κοσμική περιπλάνηση, να ατενίσει το ιερό, των δώδεκα θεών, παρθένο έδαφος· κοντοστέκεται, σαν υφή αυγερινή, κοντανασαίνει.
Εκεί στην έδρα της αθανασίας, ανάμεσα στο σύθαμπο των γκρεμών και των κεραυνών τη λάμψη, αφήνει τη στερνή της σταξιά να ποτίσει το χώμα.
Είναι η έσχατη κατάληξη, η απόλυτη παρρησία.
Το πλανερό όνειρο ξεχύνεται από τη λιγοστή της σταλαγματιά και ριζώνει αιώνια στου Ολύμπου τα ακρώρεια, αποδεικνύοντας ακράδαντα, πως ακόμα και το πιο μικρό, το πιο εφήμερο στοιχείο της πλάσης, μπορεί να κερδίσει την αιωνιότητα.
 
Το νερό, το όνειρο, κι εγώ
...κουβαλάμε από ένα ρ. 
 
 
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου  
 

 
 
 
   
 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις