«ΔΑΙΜΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ»

Δαίμων κυμάτων
 
Μυριάδες σάρκινες από νερό και από αφρό αράχνες, 
ορθώνονται από το άβατο της θαλάσσιας αβύσσου.
Δεν ζητούν την άδεια των αμμουδερών ακτών,
μήτε απολογούνται στους αιώνες που προσπερνούν.
Κουβαλούν το διηνεκές του βυθού άλγος στα σωθικά τους, 
μαζί με την αλαζονεία της εφήμερης γέννησής τους.
Χρόνια αρίφνητα στο ανεκπλήρωτο ταξιδεύουν, 
λικνίζονται κάτω από τα ολόγιομα φεγγάρια ασυγκράτητα.
Ουρλιάζουν, σαν κατραμωμένα τείχη σιδερένια, ψηλώνουν,
μανιωδώς τους κάβους, τις ξέρες, τους γιαλούς ραβδίζουν.
 
Αρχέγονα πνεύματα του ατίθασου ωκεάνιου κόσμου,
ξεκινούν σαν απόκοσμη σπίθα φωσφόρου μυστική
από την απέραντη του πελάγου ραχοκοκαλιά.
Σπαράζει οργισμένος ο υδάτινος ολκός αγριεμένος κοχλάζει,
από τον ρυτιδιασμένο του θαλασσομανητού οίστρο.
Λευκές οπλές, κλύδωνος καλπασμοί, χαίτες ιωδίου,
έρχονται με ανακρούσεις και με απορροές φεύγουν.
Ανιστορούν με τον αφρισμένο τους αναπαλμό πλοκές τολμηρές,
για το αντάριασμα της φουρτούνας, της τρικυμίας το καταλάγιασμα,
τις βουβές πλημμυρίδες της μοίρας, την πατρίδα των τεθνεών ονείρων.
 
Ψυχορραγεί το καραντί τη θαλασσινή του άλμη ξεβράζει, 
στα απότομα ράχτια, στα ήρεμα περιγιάλια, στα κατακόρυφα γκρέμια.
Σπάει στα κοχύλια, στα βότσαλα σκορπά και, μες στο αναφιλητό του,
μνήμες ξεπλένει, πετρώνει υποσχέσεις, λέξεις θρυμματίζει.
Θλιμμένο, σαν ξέφτι σατέν μαβί μιας τελετής ολέθρου σβήνει στην άμμο, 
στην παρθενική του μήτρα επιστρέφει, σαν τάμα παλιό λυτρωμένο.
Αθέλητα παίρνει τον πόνο της στεριάς, ασήμι την κάνει αλχημιστικά,
τον αιγιαλό, τα δοκίμια, το πέλαο στη σιγαλιά τυλίγει.
Φθίνει ο παφλασμός, μα ξαναζεί στο κρύφιο της θάλασσας μέθυσμα.
 
Ξανακοιτώ τον μαλαματένιο του άξενου νησιού καθρέφτη
...μην είμαι εγώ η ναυαγός που ξέχασε ο Χρόνος, συλλογιέμαι. 
 
©Λεμονιά Γεμουρτζίδου 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις