«ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ»
Μανιφέστο
Σε νυχτερινές επώδυνες περιπλανήσεις
με συντροφιά τη μοναξιά, το χαρτί, το μολύβι, τη σιωπή,
αναζητώντας τη βαθιά του εαυτού αλήθεια,
τόλμησα να μπω σε άρρητους κύκλους μαγευτικούς,
από κεραυνούς, στεροπές, αστερισμούς·
να περπατήσω σε δύσβατα φωτιάς και νερού μονοπάτια,
ακολουθώντας τα πλανερά αχνάρια που άφησαν
οι μάγισσες, οι νεράιδες, οι μαινάδες,
μα και να σταθώ στην ασαφή ζώνη του λυκόφωτος,
χορεύοντας με δαίμονες, θεριά, παραβάτες.
Συνοδοιπόρος η μνημοσύνη, η συνείδηση πυξίδα,
σε διχασμένες σε Ζωής και Θανάτου διαδρομές,
κρατώντας συγκίνησης και λογικής ισορροπίες,
ύφανα ψυχές και σώματα με άρρηκτες κλωστές.
Διετέλεσα στην Κόλαση, στον Παράδεισο ανορθώθηκα,
μάζεψα παρασόλια, καρδάρες, κατάρες, μανιτάρια
τα έδεσα, σε πυρά υπέρβασης, τα έκαψα.
Ξεδιψώντας με το κέρασμα του Μύθου γιγαντώθηκα,
με δίκασα, με αρρώστησα, με κατέκτησα, με νίκησα·
παραδόθηκα σε Εμένα, στη Νεμέα με σκότωσα.
Αφέθηκα, σαν καράβι ακυβέρνητο,
μες στον λυγμό και στη δίνη της Μαρέας·
πέρασα από τις Πλαγκτές Πέτρες,
με τον Γνωστό Άγνωστο φλέρταρα.
Η ρότα μου με έφερε στη γενέτειρα γη,
στο πατρικό μου βρήκα απαντοχή.
Σκαρώνοντας φράσεις στο χαρτί λυτρώθηκα·
γράφω πρώτα για μένα, το άλγος να γιατρέψω.
Αφήνω διάχυτο το άδηλο μυστικό και το φανερά κρυμμένο,
για εκείνους που κοινωνοί της ατόφιας μου κατάθεσης γίνονται.
Δεν ποιώ λόγο για να ξεπουληθώ, μήτε εκποιώ ουσία για να δοξαστώ.
Θα χαράζω με το μελάνι τις διονυσιακές νυχτιές,
τον αχό των συλλαβών με τα δάχτυλα θα μετρώ,
έως ότου η λάβα που με κατακαίει χρησμό να εκφέρει.
Κι όταν σκάβοντας μέσα μου πάψω να ματώνω,
ώστε να μπορώ να πλάσω το λόγιο Σύμπαν μου,
και η μούσα της ένθεσης σιωπής στείρα θα γενεί,
και το παλιό μου υλικό θα γελάει στο καινούργιο μου,
και θα λάμπει σαν καλογυαλισμένη σκουριά ο συμβιβασμός,
τότε πεισματικά το ματαιόδοξο ψεύδος θα αποποιηθώ.
Θα σχίσω τα χαρτιά μου
...τα μολύβια μου θα σπάσω.
©Λεμονιά
Γεμουρτζίδου



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου